Στα μονοπάτια της Αμοργού – Από τον Όρμο στους Μύλους

Από τον Ορμο στους Μύλους

Διασχίσαμε τον κάμπο, οργασμός εργασίας, όλοι μάζευαν τις ελιές τους, απλωμένα κάτω τα ελαιόπανα και τα ραβδιά να ρίχνουν τις ελιές. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με το μικρό καρπό της ποικιλίας «κορωνέικη» που αναλογικά παράγει μικρή ποσότητα, αλλά πολύ υψηλή ποιότητα λαδιού. Οι ντόπιοι, αφοσιωμένοι στην εργασία τους, δεν έδειχναν να ενοχλούνται από το διάχυτο θόρυβο των μηχανικών ραβδιών. Στη Λαγκάδα ρωτήσαμε στο μπακάλικο πώς ν’ ανεβούμε στους μύλους, εύκολο ήταν, το μονοπάτι ξεκινούσε πίσω από το Δημοτικό, για τρίτη μέρα αέρας και κρύο.

Περπατάμε πλάι στις ψηλές ξερολιθιές που μοιράζουν το βουνό σε ιδιοκτησίες. Τριγύρω πρόβατα και κατσίκια, πέτρες και θάμνοι. Ανεβαίνουμε την πλαγιά και ισιώνουμε προς την κορφή λίγο πριν τους ανεμόμυλους, ο βοριάς πέφτει πάνω μας με δύναμη. Συνεχίζουμε με δυσκολία προς τα ερείπια των μύλων, τριγύρω τα βουνά κλεισμένα από γκρίζα σύννεφα που τρέχουν, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα και οι σκιές τους δημιουργούν μαύρες τρύπες στη θάλασσα. Μια απίστευτη και απέριττη χορογραφία τεράστιας κλίμακας φτιαγμένη από φως και αέρα. Πέρα από το νησί, πάνω από το Αιγαίο ο ουρανός παραμένει ανέφελος. Κόντρα στο βοριά κοιτάζω τον κόλπο της Αιγιάλης, στο βάθος το νησάκι Νικουριά υποβλητικό κάτω από το φως που διαπερνά τα σύννεφα. Γυρίζω το βλέμμα μου στους μύλους, νεκρά κελύφη, σωροί από πέτρες και σάπια ξύλα, παρατημένοι δεκαετίες στην εντροπία των ανέμων. Καθόμαστε πίσω από ένα βράχο για να αποφύγουμε το βοριά και να φάμε. Ησυχία. Στη φύση νιώθεις την παραμικρή αλλαγή του καιρού να διαπερνά το σώμα σου. Μόλις που προλαβαίνω να δω ένα κοπάδι πρόβατα που βουβά διασχίζουν την κορυφογραμμή και κατηφορίζουν νότια.

Κατεβήκαμε, στο παντοπωλείο μάς είπαν ότι στους μύλους άλεθαν το σιτάρι, που το κουβαλούσαν πάνω με ζώα, μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες. Το χωριό ήταν απομονωμένο, πριν από είκοσι πέντε χρόνια ήρθε το ρεύμα και πριν από είκοσι χρόνια έγινε ο δρόμος για το λιμάνι. Συνεχίσαμε για τα Θολάρια, κοίταξα δεξιά, στον κάμπο ενός σπιτιού τα απλωμένα ασπρόρουχα ανέμιζαν στο δυνατό βοριά, συντροφιά μας στην υπόλοιπη διαδρομή τα γκαρίσματα από τα γαϊδούρια.

Στα μονοπάτια της Αιγιάλης – Όρμος-Θολάρια-Λαγκάδα

Όρμος – Θολάρια – Λαγκάδα

Πήραμε το μονοπάτι για τα Θολάρια από το τέλος της αμμουδιάς, παλιό ανηφορικό καλντερίμι που περνάει μέσα από τις εγκαταλειμμένες πια αναβαθμίδες. Πριν από μερικές δεκαετίες, σ’ αυτό το χώμα που συγκρατούν οι ξερολιθιές έβαζαν σιτάρι, κριθάρι, όσπρια, αμπέλια, οπωροφόρα. Μετά ήρθε η μετανάστευση και η ευκολία του τουρισμού και η εξημερωμένη γη σιγά σιγά ξανάγινε λόγκος ή αφέθηκε στα κατσίκια, που χειρότερα από φωτιά κατατρώνε τα πάντα. Λίγο πριν το χωριό είναι ένα μεγάλο πηγάδι με εμφανή τα σημάδια της αλυσίδας από το σύρσιμο του κουβά. Από κάτω ο κάμπος, ελαιώνας με κάποια κενά από περιφραγμένα οικόπεδα και μάντρες. Βγήκαμε στα Θολάρια, που για πολλούς από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες είναι το ομορφότερο χωριό. Περπατάμε στα σοκάκια, ο οικισμός, χτισμένος στο λαιμό μιας πλαγιάς, βλέπει ο μισός το Νοτιά και ο άλλος το Βοριά. Στη βορινή πλευρά δεν μπορείς να σταθείς από τον αέρα και το κρύο, ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούν, αλλά αρκετά από τα καταστήματα είναι ανοιχτά, σταματάμε στο ζαχαροπλαστείο, σπεσιαλιτέ του το γαλακτομπούρεκο αλλά δυστυχώς θα είναι έτοιμο το βράδυ. Συνεχίζουμε το περπάτημα. Στα ανατολικά όρια του χωριού το μικρό κοιμητήριο κοιτάζει το πέλαγος, το μονοπάτι συνεχίζει πλατύ, πετρόχτιστο και ισοϋψές σε όλο του το μήκος, διασχίζει περιμετρικά τη λεκάνη που δημιουργούν οι πλαγιές και ήπια συνεχίζει προς τη Λαγκάδα. Τα σύννεφα τρέχουν γρήγορα προς το Νότο και το φως αλλάζει συνεχώς, οι αναβαθμίδες κατηφορίζουν προς τον κάμπο, ελιές, πρόβατα, κατσίκια και γαϊδούρια τριγύρω μας. Το φως, σαν ουράνιος προβολέας που αναβοσβήνει, πότε φωτίζει μια σειρά από πεζούλες, πότε λίγα πρόβατα, πότε το απέναντι χωριό και πότε δημιουργεί δυο φωτεινές τρύπες στη θάλασσα. Η Νικουριά απέναντι είναι ο πρωταγωνιστής, φως και σύννεφα τη μεταμορφώνουν συνεχώς. Με μια μικρή παράκαμψη ανατολικά βγήκαμε στο μοναστήρι της Παναγίας, όλα καθαρά και ασπρισμένα. Απέναντι ένα μικρό σπιτάκι δεν είναι της εκκλησίας, όπως νομίσαμε, αλλά η αποθήκη ενός αγρότη που έφτασε με τρία γαϊδούρια φορτωμένα ελιές.

Συνεχίζουμε με το τελευταίο φως για τη Λαγκάδα, περνώντας πρώτα από το μικρό οικισμό Στρούμπο, όπου τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλειμμένα αλλά τα τελευταία χρόνια κάποια έχουν επισκευαστεί με επιμέλεια και γούστο. Ανεβαίνοντας για τη Λαγκάδα, από κάτω κρέμεται το φαράγγι του Αρακλού με μια μικρή εκκλησία στην άκρη του. Η Λαγκάδα είναι χτισμένη στις πλαγιές και σε ένα πλάτωμα του όρους Κρίκελος, που υψώνεται σαν τεράστιο πέτρινο κάδρο πάνω από το χωριό. Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν μ’ αυτή την παγωνιά, σταματήσαμε στο παλιό μπακάλικο της πλατείας, το ηλικιωμένο ζευγάρι μάλλον από συνήθεια συνεχίζει να κρατάει το μαγαζί χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Στο χωριό υπήρχαν τρεις ταβέρνες ανοιχτές και το σπουδαίο είναι ότι βρήκαμε μαγειρευτό φαγητό: μελιτζάνες, φασολάκια και λαχανίδες· στο διπλανό τραπέζι καθόταν ένας συνταξιούχος που είχε έρθει για τις ελιές και είχε διάθεση για κουβέντα.

Στα μονοπάτια της Αμοργού

Κείμενο – Γιάννης Κωσταρής

Βιώνουμε τα νησιά σαν σκηνικά της καλοκαιρινής μας εκτόνωσης, όμως η πλησμονή ανθρώπων και δραστηριοτήτων τους καλοκαιρινούς μήνες είναι η εξαίρεση, τα νησιά ερήμην μας χτυπιούνται με τους βοριάδες μέσα στο πέλαγος όλο το χρόνο. Παρ’ όλες τις αλλαγές-πληγές που φέρνει συνεχώς ο τουρισμός, ο εκτός σεζόν επισκέπτης που θα περπατήσει τα μονοπάτια της Αιγιάλης εύκολα διαπιστώνει ότι η Αμοργός παραμένει ένα αγροκτηνοτροφικό νησί κι ένας τόπος ξεχωριστής ομορφιάς και ενέργειας

Το πλοίο σχεδόν άδειασε στη Νάξο, στην Αιγιάλη μέσα στη μαύρη νύχτα κατέβηκαν περίπου σαράντα άνθρωποι, οι περισσότεροι ντόπιοι που ήρθαν για τις ελιές. Ενα ζευγάρι από την Ιαπωνία ψάχνοντας τρόπο να πάνε στη Χώρα βολεύτηκαν στην καρότσα ενός αγροτικού, ενώ το πουλμανάκι του ξενοδοχείου έφυγε άδειο. Μέχρι να καταλάβουμε ότι αποβιβαστήκαμε το πλοίο ήδη είχε βγει από τον κόλπο της Αιγιάλης με κατεύθυνση της Αστυπάλαια, μιάμιση τη νύχτα φτάνει από Πειραιά, έξι και μισή το ξημέρωμα αναχωρεί!

Οι τουρίστες έχουν φύγει εδώ και καιρό, οι ντόπιοι έχουν ησυχάσει από το κυνήγι τους και μαζεύονται να βγάλουν το χειμώνα. Το πρωί και για τις επόμενες 4 μέρες φύσαγε κρύος βοριάς, ο ουρανός κρατώντας ανέφελο το πέλαγος γέμιζε και άδειαζε από σύννεφα πάνω από το νησί, δημιουργώντας συγκλονιστικές σκηνές φωτός.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει στην περιοχή της Αιγιάλης είναι η μορφολογία του εδάφους. Πίσω από τις αμμουδιές του κόλπου ξεκινά ένας μικρός κάμπος με ελιές και πιο πίσω αμφιθεατρικά, δημιουργώντας ένα τεράστιο κοίλο «θέατρο», πλαγιές οροθετημένες με αναβαθμίδες στέκουν ακόμη μισογκρεμισμένες και στο βάθος βραχώδη βουνά. Σ’ αυτή την όμορφη χοάνη είναι χτισμένα τα χωριά Θολάρια, Λαγκάδα, Στούπος, Ανω και Κάτω Ποταμιά και στο λιμάνι ο νεότερος οικισμός Ορμος Αιγιάλης. Αυτή είναι η θέα από τη θάλασσα, αλλά περπατώντας τις επόμενες μέρες τα τριγύρω μονοπάτια και με διαφορετικές καιρικές συνθήκες βλέπαμε το τοπίο ν’ αλλάζει συνεχώς. Το αποκορύφωμα όμως αυτής της σαγηνευτικής εικόνας είναι το μακρόστενο και αρκετά ψηλό νησάκι Νικουριά, έξω από τον κόλπο.

Το καλύτερο που έχει να κάνει ο επισκέπτης τέτοια εποχή είναι να περπατήσει στα μονοπάτια. Στην περιοχή της Αιγιάλης υπάρχουν 4 σημαδεμένες πεζοπορικές διαδρομές που διασχίζουν όλο το βορειοανατολικό νησί και η μακρύτερη διαδρομή φτάνει στη Χώρα. Τα μονοπάτια είναι σε άριστη κατάσταση χάρη στη συνεχή συντήρηση που γίνεται, αλλά κυρίως εξαιτίας της αδιάκοπης χρήσης τους από τους ντόπιους με τα γαϊδούρια τους. Το νησί λόγω της μορφολογίας του, μακρόστενο με ψηλά για το μέγεθός του βουνά, κάνει τη διάνοιξη δρόμων πολύ ακριβή και χρονοβόρα, έτσι έχουμε την ευτυχία -ίσως για τους περισσότερους ντόπιους να είναι δυστυχία- να υπάρχουν ελάχιστοι δρόμοι και στα χωράφια και τα μαντριά οι κάτοικοι πρέπει να πηγαίνουν από τις παλιές στράτες, τα μονοπάτια. Τα γαϊδούρια είναι το βασικότερο μέσο μεταφοράς στην περιοχή της Αιγιάλης, τα συναντάς παντού, ίσως το πιο εξωτικό να είναι αυτό που βόσκει στην παραλία της Λεβρωσού, που μας κράτησε συντροφιά μια εβδομάδα.

Ναυάγιο στην Αμοργό

Ναυάγιο Αμοργού

Η Κολοφάνα είναι ένα χωριό που μπορεί να σε μαγέψει, καθώς μοιάζει προσκολλημένη στο παρελθόν, τότε που οι Αμοργιανοί ζούσαν από τη γη. Τότε που ο ελληνικός καφές και το παγωμένο υποβρύχιο στο ποτήρι συνόδευαν την κουβέντα στο καφενείο του χωριού. Μαζί με την Αρκεσίνη και την Καλοταρίτισσα αποτελεί το ιδανικό ορμητήριο για τον κλειστό όρμο του Κάτω Κάμπου, τη μικρή παραλία στα Παραδείσια και τον όρμο του Λίβερου με το Ναυάγιο.
«Στις Μάκαρες το έπιασε βοριάς. Ερχόταν να αράξει κάπου απάνεμα, μέχρι να κοπάσει η θάλασσα. Νόμιζε πως ο Λίβερος ήταν αγκυροβόλιο. Εριξε άγκυρα, αλλά δεν τον κράτησε και έπεσε στα βράχια». Ο κ. Νικήτας, καφετζής στην Κολοφάνα, θυμάται το ναυάγιο του «Ολυμπία», που εντυπωσίασε τόσο τον Luc Besson, ώστε να το επιλέξει για σκηνικό στο «Απέραντο Γαλάζιο», διαφημίζοντας έτσι ένα από τα λιγοστά αξιοθέατα της Κάτω Μεριάς.Στη σκουριασμένη πλώρη του διακρίνεται ακόμα ανάγλυφο το παλιό του όνομα: Inland. Το κύμα περνάει μέσα από τα τρυπημένα αμπάρια του και σκάει στις πέτρες της βρώμικης ακτής. Το παρατημένο σκαρί δημιουργεί μια μυστηριώδη μελαγχολία.

IZA

Περισσότερα για την ακουαρέλλα ΕΔΩ
και για το πλοίο ΕΔΩ

Στρούμπος το χωριό με τα 12 σπίτια και τους 13 φούρνους

Από την Λαγκάδα παίρνουμε το μονοπάτι από την Λόζα και κατηφορίζουμε προς το φαράγγι. Ακριβώς απέναντί μας αντικρίζουμε το χωριό Στρούμπο. Το χωριό είναι ερημωμένο από μόνιμους κατοίκους αλλά τα τελευταία χρόνια η αγορά κάποιων σπιτιών από ξένους και οι πολύ καλές αναπαλαιώσεις που έχουν κάνει κρατώντας ευτυχώς την γραφικότητα και παράδοση της αρχιτεκτονικής του τόπου του έδωσαν ξανά την λάμψη που του αξίζει.

Ο μικρός οικισμός βρίσκεται σε πολύ όμορφη τοποθεσία με απίστευτη θέα. Σκαρφαλωμένος σε έναν βράχο πάνω από το φαράγγι, που αν και καλοκαίρι είναι καταπράσινο έχει την απόλυτη εποπτεία του γυαλού, της Νικουριάς και της θάλασσας. Ως γνωστόν οι παλαιοί ήξεραν που να χτίσουν τα σπίτια τους… Όπως μπαίνουμε στο χωριό δεξιά είναι τα σπίτια. Κάποια από αυτά, όπως προείπα, είναι ασπρισμένα και με φροντισμένες τις αυλές τους. Αριστερά στενό μονοπάτι με οδηγεί στο μικρό εκκλησάκι του Άγιου Νικήτα. Στο προαύλιο υπάρχει μεγάλο πεύκο που αφήνει την σκιά του για δροσιά στους περιηγητές ή σε αυτούς που πάνε να το φροντίσουν. Μικρό οστεοφυλάκιο υπάρχει στην είσοδό του κάτι που δεν έχω συναντήσει ξανά σε κυκλαδίτικο νησί.

Αν περάσεις μέσα από το χωριό και ανηφορίζοντας στο μονοπάτι συναντάς το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας, την ρεματιά του Δρύ όπου υπάρχει πηγή με νερό. Στο σημείο αυτό λειτουργούσε μέχρι πρότινος το παλιό υδραγωγείο της Λαγκάδας. Συνεχίζοντας συναντάμε το ξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα και λίγο μετά φτάνεις στην Παναγία την Επανωχωριανή η οποία βρίσκεται σε θέση επιφανούς ιερού των ιστορικών χρόνων. Το μονοπάτι αυτό καταλήγει στο χωριό Θολάρια και εν συνεχεία στον γυαλό. Ελπίζω να αξιωθώ να το περπατήσω στην επόμενη επίσκεψή μου στο νησί.

Παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού, από τον Στρούμπο αποφασίζω να ακολουθήσω το μονοπάτι που πάει παράλληλα με το φαράγγι του Αρακλού με το μικρό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία σκαρφαλωμένο στην κορυφή απότομου βράχου. Στην αυλή του υπάρχει αρχαίο θυσιαστήριο των ιστορικών χρόνων ενώ η θέση της εκκλησίας είναι πρωτοκυκλαδική. Το μονοπάτι με βγάζει στην Κάτω Γειτονιά της Λαγκάδας. Κάθομαι στο γραφικό καφενείο να πιω κάτι δροσιστικό και σκέφτομαι την ιστορία του Στρούμπου. Πιάνω συζήτηση με τους ντόπιους για να μάθω περισσότερα για το χωριό. Η εμφάνιση νεράιδων έγινε η αιτία να το ονομάζουν και νεραϊδοχώρι, αλλά και να φύγουν πολλοί κάτοικοι από εκεί. Το χωριό είχε τα παλιά χρόνια 12 σπίτια και 13 φούρνους. Την εποχή εκείνη το κάθε σπίτι είχε τον δικό του φούρνου που έψηνε το ψωμί και το φαγητό του. Ο 13ος είχε γίνει για να υπάρχει σε περίπτωση ανάγκης!!. Από τότε έχει μείνει σαν «Ο Στρούμπος με τα 12 σπίτια και τους 13 φούρνους».

Στον Άη Γιώργη τον Βαρσαμίτη

Ο δρόμος που συνδέει τη Χώρα με την Κάτω Μεριά, κατευθύνεται προς τα νότια, ακολουθώντας από αρκετό ύψος παράκτια πορεία. Την τραχύτη­τα και την αυστηρότητα του τοπίου διακόπτει, μετά από διαδρομή 4,6 χλμ. (από τη Χώρα), βαθειά χαρά­δρα δεξιά, όπου αντικρίζουμε το Μετόχι της Χοζοβιώτισσας το αφιε­ρωμένο στον Άη Γιώργη το Βαρσα­μίτη. Δρομάκι μήκους 450 μ. από το ύψος της διασταύρωσης κατηφορίζει στο μνημείο, που περιστοιχίζεται από πυκνή τοπική βλάστηση. Ακόμα ρέει εδώ η πηγή με τη μεγάλη παράδοση και ιστορία. Στο βάθος της ρεματιάς, διακρίνονται τα Κατάπολα, ανάμεσα σε ψηλές βουνοπλαγιές. Παλιό αλλά ευδιάκριτο μονοπάτι, ξεκινά από δώ και οδηγεί στα Κατάπολα.
Απέναντι από το μνημείο, υψώνεται βουνοκορφή με την ονομασία Σκοποί, με τα λείψανα τετράγωνου πύργου της πρώτης περιόδου της Ενετοκρατίας (πιθανότατα 13ου αι.). Ο πύργος προστάτευε το πέρασμα από το κεντρικό προς το κατώτερο τμήμα του νησιού, και παράλληλα επόπτευε το ανοιχτό πέλαγος, τόσο στα βόρεια όσο και στα νότια.
Η πηγή συντηρούσε άλλοτε εκτετα­μένα ποτιστικά. Ονομαστά ήσαν από την εποχή του περιηγητή Tournefort(1700), τα εύγευστα χυμώδη σταφύ­λια του Βαρσαμίτη, ενώ η παροχή μεγάλης ποσότητας νερού σε παλιό­τερες εποχές δικαιολογεί την παρουσία σε γειτονικό σημείο ενός ημιερειπώμένου νερόμυλου. Σήμερα, το νερό ρέει από 3-4 μικρές πηγές γύρω από το μετόχι. Συγκεντρώνεται σε παρακείμενη στέρνα και από κεί διοχετεύεται στα λίγα περιβολάκια που έχουν απομείνει, χάρις στην προ­σωπική εργασία του ηγουμένου της Χοζοβιώτισσας.

Στην περιοχή φυτρώνει ο βάρσαμος ή αγριοδυόσμος (mentha longifolia), υδροχαρές αρωματικό και φαρμα­κευτικό φυτό με αντισηπτική δράση. Απ’ αυτόν πήρε το προσωνύμιο του ο τιμώμενος Άγιος.
Το μοναστηριακό συγκρότημα του Βαρσαμίτη, πασίγνωστο στον ναυτικό κόσμο του Νοτιοανατολικού Αιγαίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εξ αιτίας της προφητικών ιδιοτήτων της πηγής του, αποτελούσε στους βυζαν­τινούς χρόνους ιδιαίτερη Μονή (όπως κι εκείνο του Φωτοδότη), μέχρις ότου μετατράπηκε σε μετόχι της Χοζο­βιώτισσας.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ναός, τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βα­σιλική του 16ου αι., χτισμένη πάνω στις βάσεις παλαιότερων βυζαντινών ναών. Ενδεικτική είναι η παρουσία ψηλότερων τόξων (βυζαντινών) μετα­ξύ των κλιτών που εναλλάσσονται με χαμηλότερα (περιόδου Τουρκοκρα­τίας). Τοιχογραφίες του 17ου αι. κο­σμούν τους πεσσούς του Ιερού Βήμα­τος και τους τοίχους του κουβουκλίου του αγιάσματος.
Η αρχική προέλευση του ναού -είναι- πιθανότατα παλαιοχριστιανική βασι­λική. Όμως η παρουσία της πηγής του αγιάσματος και της μικρής δεξα­μενής υποδοχής του στο εσωτερικό του ναού, η προφορική παράδοση, ορισμένες γραπτές πηγές και ο ίδιος ο περιβάλλων χώρος του Βαρσαμίτη, παρέχουν αρκετές ενδείξεις ότι στο ίδιο σημείο προϋπήρχε αρχαίο ιερό με χαρακτήρα υδρομαντείου.

Απέσβετο το λάλον ύδωρ (ΛIΛA I. MAPAΓKOY)

TO ΛAΛON ύδωρ της πηγής στον Bαρσαμίτη εσίγησε επισήμως το 1967, κατόπιν αποφάσεως της Iεράς Mητροπόλεως Θήρας, Aμοργού και Nήσων. Eως τότε, «γάμος δεν εγινότανε, καΐκι δεν κινούσε»· για οποιανδήποτε πράξη, ταξίδι, ασθένεια, αρραβώνα, συνοικέσιο, επάγγελμα, αγοραπωλησία, σπουδές, κ.τ.λ., έπρεπε να συμβουλευτούν τον Aη Γιώργη τον Bαρσαμίτη, να υποβάλουν ερώτημα, και με την ευλογία ιερέως «να ανοίξουν αγίασμα». O ιερέας, συνήθως μοναχός της Mονής Xοζοβιωτίσσης, Mετόχι της οποίας ήταν η παλιά Mονή του Bαρσαμίτη, φορώντας το πετραχήλι του, διάβαζε ευχή στον Aη Γιώργη «για ν’ αγιάσει το πηγαίον ύδωρ»· εν συνεχεία, καθάριζε την τοποθετημένη μέσα στον ναό «απύθμενη, πήλινη υδρία», γέμιζε σταγόνα σταγόνα ένα κρουσταλλένιο ποτήρι, και εξηγούσε τα ορατά, ευοίωνα ή δυσοίωνα σημάδια. Mολονότι η διαύγεια του ύδατος ήταν ευοίωνο σημάδι για τον ερωτώντα, απαραίτητη ήταν η ερμηνεία όσων είχαν παρεισφρύσει στο ποτήρι: σκόνες, υδρόβια έντομα, τρίχες, φυλλαράκια ξερά, κ.ά.

Tάματα στον ναό και κυρίως διηγήσεις μαρτυρούν για τη μακραίωνη σημασία και τη φήμη του Aγιάσματος, στο οποίο προσέφευγαν όχι μόνον οι Aμοργιανοί αλλά και οι κάτοικοι όλων των νησιών, ακόμη και οι πειρατές. Oι γηραιότεροι διηγούνται για την «τιμωρία των άπιστων, που αν και βρήκαν το αγίασμα κακό», αγνόησαν τα δυσοίωνα σημάδια. Δείγμα της βαθύρριζης πίστης αποτελεί η μαρτυρία για τη συνέχιση της χρήσης του αγιάσματος και μετά την απαγόρευση το 1967· επειδή το τσιμέντο δεν επέτρεπε την πρόσβαση στην πηγή, οι πιστοί άνοιξαν κρυφά τρύπα έξω από τον ναό και κατέφευγαν παρακλητικά σε λαϊκούς, όπως στον Γ. M. Nομικό, τον «Mαγιάση», τον τελευταίο γνώστη του αγιάσματος, να βεβαιώσει «αν τόβρε καλό ή άσκημο».

Tο πηγομαντείον του Bαρσαμίτη, από το 1651 οι περιηγητές το αναφέρουν «ως ένα από τα άξια περιεργείας των εν τη νήσω θεαμάτων» και περιγράφουν λεπτομερώς διάφορους τρόπους του τελετουργικού του αγιάσματος.

Σήμερα, στο ολίγον εθνικόν και εν μέρει χριστιανίζον πηγομαντείον, που για αιώνες λειτούργησε με τις ευλογίες της εκκλησίας, απέσβετο οριστικά το λάλον ύδωρ, γιατί χάθηκαν οι εξηγητές. [highlight]Aπομένει να εξακριβωθεί επιστημονικά η παλαιότητα της λαλέουσας πηγής στον τελείως ανεξερεύνητο Bαρσαμίτη.

Παναγία η Χοζοβιώτισσα

Δε θάχει ακόμα φέξει, όταν τα βήματα μας ηχούν ξερά πάνω στο πλακόστρωτο. Η Χώρα, βυθισμένη σε βαθύ ύπνο, μας συναρπάζει τώρα περισσότερο ίσως από ποτέ, με τη σκοταδιασμένη της όψη, την αληθινά μεσαιωνική. Μυρωδιά γιασεμιού… Που και που τ’ αναμμένο καντήλι κάποιας εκκλησιάς τρεμοπαίζει στην ασέληνη νυχτιά…

Περνούμε βιαστικά την Εμπροστιάδα. Στην έξο­δο, κοντοστεκόμαστε για λίγο… Αφουγκραζόμαστε την απόλυτη σιωπή! Ο Φωτοδότης, άγρυπνος φρουρός της Χώρας, μας κοιτάζει από μακριά, αυστηρός, αθέατος πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές του μετοχιού.
Πάνω που φτάνουμε στον Καλογερικό, πήρε να χαράζει… Ο ορίζοντας, κατακόκκινος ίσια στην ανατολή, αφήνει να ξεχωρίζει κιόλας το Βιόκαστρο, καταμεσής της θάλασσας, απέναντι από τα «γκρεμά». Το μονοπάτι φαίνεται πια καθαρά.
Σαν αστραπή έρχονται στο νού οι θρύλοι του Καλογερικού… Οι σκιές των αερικών που τολμούν να περιπλανώνται στον παλιό Δαιμονότοπο και να φανερώνονται ακόμα,
στο «μπροβάλλισμα» του μονοπατιού, σ’ όσους δε διστάζουν να νυχτοπερπατούν σ’ αυτά τα μέρη… Ανατριχίλα.
Ξημέρωσε. Το μονοπάτι, σε λιγότε­ρο από ‘να τέταρτο, μας έχει κατεβά­σει χαμηλά στο γκρεμό. Τα κύματα στα βράχια ακούγονται, σα να σκάνε δίπλα μας. Πλησιάζουμε με δέος την αυλόπορτα με το σταυρό, και μπαί­νουμε…
Οι τρομεροί βράχοι που περιζώνουν το Μοναστήρι, θαρρείς ότι έχουν πυρακτωθεί μεσ’ τη φλόγα του ήλιου που ανατέλλει!

«Ἐπειδὴ γὰρ τὸ παρὰ τὴν  νῆσον ταύτην χωρίον ἐν ὧ τά  νῦν τὸ ἱερὸν τοῦτο καὶ σεπτὸν μοναστήριον ἐγκαθίδρυται, δαιμόνων τὸ πρότερον καταγώγιον καὶ διὰ τοῦτο παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις καλούμενον «Δαιμονότοπος»,ἄβατος παντελῶς, δι’ ἀποκαλύψεως θείας τῶν ἐκεῖ πρῶτον ἀφικομένων ἀλλαχόθεν σεβασμίων ἐκείνων γερόντων καὶ βασιλικὴ θεία χάριτι καὶ ἐπιμελεία τοῦ μακαρίου καὶ ἀοιδίμου βασιλέως κυροῦ Ἀλεξίου τοῦ Μεγάλου Κομνηνοῦ ἀνηγέρθη ἒκ βάθρων καὶ ἀπηρτίσθη εἰς μοναστήριον βασιλικῶς τε καὶ μεγαλοπρεπῶς.»

Με τούτα τα λόγια που καταγράφηκαν σε σιγίλλιο* του 1583, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός, επιχείρησε ν’ αποδώσει σε γραπτό λόγο, το δέος ψυχής και το αισθητικό μεγαλείο που η θέαση της Χοζοβιώτισσας προκαλεί στον εμβρόντητο επισκέπτη. Μα αυτός,ανυποψίαστος για την ώρα, δε φαντάζεται ότι το μέγα μνημείο που χίλια χρόνια κρέμεται στο κενό, γαντζωμένο στων «φτερών» του Προφήτη Ηλία τις σχισμάδες, το προστατεύει με περισσή στοργή ολάκερη η Αμοργός, με όλες τις φυσικές και υπερβατικές της δυνάμεις!
Το σκαλωτό λιθόστρωτο που ανεβάζει στο Μοναστήρι, σμιλεμένο κυριολεκτικά πάνω στο γκρεμό, αφήνει ενα τεράστιο οπτικό πεδίο ελεύθερο προς την ανοιχτή θάλασσα. Από την άλλη μεριά τα αιχμηρά πελώρια βράχια, σε πολλά σημεία της ανηφορικής διαδρομής,»κλείνουν» τον ουρανό πάνω απ’ τα κεφάλια μας, γέρνοντας απειλητικά προς το κενό.

Κοντοζυγώνοντας στο κτίριο της Μονής των Σκαλών,βιώνουμε σιγά σιγά την σχέση αμοιβαιότητας και εναρμόνισης του οικοδομήματος με το τοπίο. Από αρχιτεκτονική ματιά, η Μονή στο σύνολο της είναι το προϊόν θαυμαστής υιοθέτησης του ύφους και της μορφής του περιβάλλοντα χώρου. Μόνη διαφοροποίηση φαίνεται να υπάρχει στη χρήση του ασβέστη, με μια λευκότητα απαστράπτουσα στον εκτυφλωτικό ήλιο των Κυκλάδων.Μια λευκότητα χαρακτηριστική, πολυεδρική, δηλωτική της ανθρώπινης παρουσίας στον χώρο, και συνάμα της ιδιότυπης λατρευτικής λειτουργίας του.
Με τις σκέψεις αυτές θα διαβούμε τη χαμηλή θύρα εισόδου (με το μεταβυζαντινό μαρμαρόγλυπτο  περιθύρωμα) που «στέφεται» από το παλαιότερο ενετικό τόξο του 15ου αι. Κοντά μας είναι τώρα οι μοναχοί, ευπροσήγοροι, πρόθυμοι για φιλοξενία και ξενάγηση στον ιερό χώρο. Είναι απίστευτο το πώς σ’ ένα τέτοιο κτίριο, μεγίστου πλάτους μόλις 5 μέτρων, και οκτώ ορόφους κατά μεγάλο μέρος λαξευμένους σε βράχο, είναι δυνατό να υπάρχει ένα μακραίωνης διάρκει­ας, πλήρες συγκρότημα μοναστικών εγκαταστάσεων: από τα πολυάριθμα κελιά, μέχρι τις στέρνες του βρόχινου νερού, τους φούρνους, τα μαγερειά, τα πατητήρια, τα κελάρια για το λάδι και το κρασί… Και βέβαια, την τρά­πεζα, τη μικρή σάλα υποδοχής, το ανεκτίμητης αξίας Σκευοφυλάκιο! Πολυάριθμες στενές σκάλες, συνεχόμενες ή σε πλήρη αλ­ληλουχία με τον φυσικό βράχο, δημι­ουργούν ένα λαβυρινθώδες σύστημα μετάβασης από το ένα επίπεδο στο άλλο, από τα παλαιότερα βυζαντινής περιόδου τμήματα της Μονής στα νεώτερα, με τα ενετικά και μετα­βυζαντινά στοιχεία (οι βυζαντινές καμάρες αλληλοδιαδέχονται τα οξυκόρυφα τόξα ή ανακαινιστικά υπέρθυρα με επιγραφές 1632,1668…)

Η μικρή, χτισμένη στο βράχο εκκλησιά, συνιστά, από κοινού με τις σκήτες των πρώτων μοναχών του 9ου αι. (σπηλαιώδη κοιλώματα που αργό­τερα μετατράπηκαν σε κελιά) την πρώτη ανθρώπινη επέμβαση στο χώρο της μετέπειτα Μονής. Δεσπό­ζει, στο ψηλότερο σημείο του Μοναστηρίου. Απ’ την ώρα που θα πρωτομπούμε στην εκκλησιά, εκείνη μας ταξιδεύει στο χρόνο. Ξεχωρίζουν οι δύο βυζαντινές εικόνες της Χοζοβιώτισσας, η ιστορική «Κυρία η Χοζηβίτισσα» (στο προσκυνητάρι) και η γνωστή ως «Κτητόρισσα» ή «Παναγία η Μαυρομάτα» (στο τέμπλο). Επίσης, τα έργα κρητικής σχολής «Παναγία η Πορταΐτισσα», γνωστή και σαν «Θεοτοκιό» (15ος αι.) από το Άγιο Όρος, και η «Δέηση του Γενναδίου» (1619), σπάνιο τεκμήριο αδελφοποίησης και ανταλλαγών μοναχών μεταξύ των Μονών Χοζοβιώτισσας και Πάτμου κατά τον 17ο αι. (εικονίζει θαυματουργή διάσωση πλοίου). Σε ασημέ­νιο εξαπτέρυγο του 1652, αναγράφε­ται το όνομα του ιδρυτή της Μονής Αλεξίου Κομνηνού. Εδώ σώζεται και η σμίλη του πρωτομάστορα, που ήταν καρφωμένη σε θέση, κατά την παρά­δοση υποδεδειγμένη από την Πα­ναγία για την κτίση της Μονής.

Τους πολιτιστικούς θησαυρούς που φυλάσ­σονται στο Μοναστήρι, συμπληρώνουν τα πλούσια σε αριθμό και είδος κειμήλια του Σκευοφυλακίου. Στον κατάλληλα διαμορφω­μένο (χάρις στις φι­λότιμες προσπάθειες των μοναχών, του ηγουμένου και της Λ. Μαραγκού) εκθεσιακό χώρο της Μονής, παρουσιά­ζονται βυζαντινοί κώδικες και μετα­βυζαντινά χειρόγρα­φα σε περγαμηνή, χαρτί και μεμβράνη (10ου έως και 18ου αι.), ορισμένα από τα οποία φέρουν λαμπρές μικρογρα­φίες, σιγίλλια των οικουμενικών πα­τριαρχών Ιερεμίου Β’ και Γαβριήλ, εκ­κλησιαστικά κεντή­ματα, ενεπίγραφα αργυρά σκεύη, άμ­φια αρχιερέων κ.ά.
Πρίν αποχαιρετήσουμε τους μοναχούς, τους τελευταίους, ακούραστους συνεχιστές της πορείας της Χοζοβιώτισσας μέσα στο χρόνο, θα σταθούμε για κάμποση ώρα σ’ ένα από
κείνα τα «υπερκόσμια μπαλκόνια» της Μονής, τα ολάνοιχτα στο θαλάσσιο ορίζοντα… Εκεί, θα νοιώσουμε ώριμη πια μέσα μας την πεποίθηση ότι το θείο, ως εκστασιακή εμπειρία, «φωλιάζει» σε τόπους κατ’ εξοχή σαν τη Χοζοβιώτισσα… Όπου η αίσθηση της απεραντοσύνης του πόντου είναι τόσο ζωντανή, ώστε αντικατοπτρίζει πιστά, μέσ’από το αιγαιοπελαγίτικο φως, την απεραντοσύνη της Οικουμένης…

Φωτογραφίες Γιάννης Λάριος

Μνημείο σε…Απέραντο Γαλάζιο

ΘΥΜΙΟΣ ΚΑΚΟΣ: thikakos@gmail.com
ΦΩTOΓΡAΦIΕΣ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΤΣΗΣ www.george.detsis.phasma2.com

Η Μονή της Χοζοβιώτισσας, ένα σύμβολο για την Ορθοδοξία, ενδέχεται σε λίγα χρόνια να αποτελεί και μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Κι αυτό χάρη στον Ιταλό αρχιτέκτονα Tζόρτζιο Μαρτίνο, που αγάπησε το νησί και επιχειρεί να βάλει τη Μονή στην περίφημη λίστα της Ουνέσκο. Μαζί με τους Τζοβάνι Περότι και Δημήτρη Πικιώνη, είναι οι τρεις που φροντίζουν για τον φάκελο της σχετικής υποψηφιότητας.

Θαυμασμό και δέος προκαλεί η Μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας που ξεπροβάλλει, θαρρείς, μέσα από τα απόκρημνα βράχια, στη νότια πλευρά της Αμοργού, αγναντεύοντας από 300 μέτρα υψόμετρο το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Τι εκπλήσσει άραγε περισσότερο; Η ομορφιά του αρχιτεκτονήματος που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά ή μήπως το κατόρθωμα του κτισίματος στην κάθετη βουνοπλαγιά με τα πενιχρά μέσα που διέθεταν οι άνθρωποι τον 11ο μ.Χ. αιώνα;

Τελικά και τα δύο στάθηκαν καθοριστικοί παράγοντες προκειμένου το μοναστήρι να βρίσκεται σήμερα στο στάδιο αναγνώρισης από την Ουνέσκο, ως ένα από τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Σύμφωνα με τον καταξιωμένο για το έργο του διεθνή οργανισμό, «τα μνημεία που συγκαταλέγονται στον Κατάλογο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς επιλέγονται και εγκρίνονται βάσει της αξίας τους ως τα καλύτερα παραδείγματα της δημιουργικής ευφυΐας του ανθρώπου».

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Η σπίθα που άναψε τη φλόγα για την επίσημη υποψηφιότητα της Μονής. Ο λόγος για την αγάπη του Ιταλού αρχιτέκτονα Τζόρτζιο Μαρτίνο για την Αμοργό ο οποίος πρωτοεπισκέφθηκε την Ελλάδα πριν από είκοσι χρόνια. «Αμέσως κατάλαβα ότι ήταν το πρώτο, από μια σειρά ταξιδιών στην όμορφη αυτή χώρα. Αγάπησα ιδιαίτερα τις Μικρές Κυκλάδες και επί επτά καλοκαίρια μελετούσα την ιστορία και τις παραδόσεις τους .
Γνωρίζοντας όμως την Αμοργό, ένιωσα μια ιδιαίτερη έλξη. Επέστρεφα ξανά και ξανά, «δέθηκα» με τους ανθρώπους, τα έθιμα, τα μνημεία, τις φυσικές ομορφιές. Έτσι λοιπόν, όταν ο φίλος μου Τζοβάνι Περότι, ο οποίος μου έμαθε ουσιαστικά το νησί, είχε την ιδέα να εξετάσουμε το ενδεχόμενο υποψηφιότητας της Μονής, ενθουσιάστηκα. Ο Τζοβάνι, ο οποίος είναι αρχιτέκτονας και σύμβουλος της Ουνέσκο, αποτελεί μαζί με τον αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη -εγγονό του μεγάλου αναμορφωτή του αρχιτεκτονικού τοπίου στην Ελλάδα του ’50- και εμένα, την τριμελή επιστημονική επιτροπή που ηγείται του φακέλου της υποψηφιότητας».

Η Μονή της Χοζοβιώτισσας αποτελεί μια από τις παλαιότερες στην Ελλάδα. Η ονομασία της οποίας προέρχεται από το τοπωνύμιο Χοζιβά που βρίσκεται σε περιοχή της Ιεριχούς. Στα χρόνια της Εικονομαχίας, τον 8ο και 9ο αιώνα μ.Χ., ορίζει ρητά η έως σήμερα ζωντανή προφορική διήγηση τη «διά θαλάσσης, με θαυματουργό τρόπο, έλευση της εικόνας της Παναγίας στον ορμίσκο της Αγίας Άννας». Εκεί ακριβώς χτίστηκε το μοναστήρι, το οποίο πήρε τη σημερινή του μορφή στα τέλη του 11ου αιώνα, προκαλώντας από τότε τον θαυμασμό. Το κτίριο εκτείνεται σε μήκος 40 μέτρων, με το πλάτος του να μην ξεπερνά τα 5 μέτρα. Κλίμακες στενές, πέτρινες, κτιστές ή λαξευμένες στον βράχο οδηγούν στους οκτώ «ορόφους» του μοναστηριού. Στο αρχονταρίκι προσφέρεται λουκούμι και παραδοσιακή ψημένη ρακή που φτιάχνει ο δραστήριος πατήρ Σπυρίδων, ηγούμενος της Μονής.

Τρία χρόνια αγωνία
Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρείται το γεγονός ότι ο φάκελος της υποψηφιότητας παρουσιάστηκε φέτος στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου «ΥΠΕΡΙΑ» (www.yperia.gr) που πραγματοποιείται εδώ και δέκα χρόνια στην Αιγιάλη της Αμοργού. Εκεί συναντήσαμε τον κ. Μαρτίνο να κάνει την εισήγηση του μπροστά σε ένα εξειδικευμένο κοινό που απαρτίζονταν από απεσταλμένους έγκριτων ΜΜΕ από όλο τον κόσμο, καθώς και αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, ανθρώπους της διανόησης. Η ένταξη ενός μνημείου στη λίστα της Ουνέσκο, βέβαια, μόνο εύκολη υπόθεση δεν είναι, καθώς τα κριτήρια είναι αυστηρά και κατατίθενται ετησίως δεκάδες προτάσεις. Μέχρι στιγμής 17 ελληνικές υποψηφιότητες έχουν εγκριθεί.

Ποιες είναι όμως οι διαδικασίες του επίπονου αυτού εγχειρήματος, αλλά και οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά; «Έχει ιδιαίτερη σημασία η θέρμη που επιδεικνύουν οι απλοί άνθρωποι της Αμοργού, οι τοπικές και οι εκκλησιαστικές αρχές, που εκτίμησαν από την αρχή τη δουλειά μας καλλιεργώντας πνεύμα συνεργασίας», λέει ο ίδιος, για να συνεχίσει: «Πρέπει να επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με -τη μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητα- του μνημείου, να καταθέσουμε μελέτη της «παρουσίας» του μοναστηριού σε παρελθόντα και παρόντα χρόνο, σκιαγραφώντας το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον και πώς αυτό συνδέεται με την τουριστική ανάπτυξη, ενώ επίσης θα πρέπει να θέσουμε και τους κανόνες διαφύλαξης».

Η αγωνία θα διαρκέσει περίπου τρία χρόνια καθώς θα πρέπει να κατατεθεί ο φάκελος στο Υπουργείο Πολιτισμού, στο Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών «ICOMOS» και σε προσεχές παγκόσμιο συνέδριο της Ουνέσκο, ενώ κατόπιν θα σταλεί επιτροπή αξιολόγησης στην Αμοργό. Τι πιθανότητες έχουμε να τα καταφέρουμε; Σύμφωνα με τον Τζόρτζιο Μαρτίνο, «κατά 98% η Ελλάδα θα αποκτήσει άλλο ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς». Όπως και να έχει όμως, εμείς του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ. Grazie!

«Πρέπει να επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με …τη μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητα του μνημείου… Κατά 98% η Ελλάδα θα αποκτήσει άλλο ένα ελληνικό μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς»

Το Κάστρο της Αμοργού

Χώρα ΑμοργούΙστορία

Η Χώρα είναι η πρωτεύουσα της Αμοργού. Ιδρύθηκε στην αρχή της Βυζαντινής περιόδου και αναπτύχθηκε μετά τον 8ο αιώνα μ.Χ, όταν ο πληθυσμός του νησιού μετακινήθηκε από τα παράλια προς την ενδοχώρα λόγω των επιδρομών των Σαρακηνών πειρατών.

Ο οικισμός της Χώρας έχει αναπτυχθεί γύρω από έναν ψηλό βράχο πάνω στον οποίο βρίσκεται το κάστρο.

Το κάστρο χτίστηκε στις αρχές του 13ου αιώνα από τους Ενετούς άρχοντες του νησιού.

Η Αμοργός όπως και τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, μετά το 1207 αποτέλεσε τμήμα του Δουκάτου της Νάξου (ή Δουκάτου του Αρχιπελάγους) υπό τον Ενετό Μάρκο Σανούδο. Ο Σανούδος παραχώρησε την Αμοργό σαν φέουδο στους υποτελείς του αδελφούς Αντρέα και Ιερεμία Γκίζι (Andrea & Geremiah Ghizi) οι οποίοι είχαν πάρει δικαιώματα και σε πολλά άλλα νησιά του Αιγαίου. Το κάστρο χτίστηκε από τους Γκίζι.

Το 1537 η Αμοργός κατελήφθη από τους Τούρκους. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες Κυκλάδες η Τουρκοκρατία φαίνεται ότι υπήρξε μια περίοδος ηρεμίας και ευημερίας για το νησί.

Ποταμός, το μπαλκόνι της Γιάλης

Ποταμός, το μπαλκόνι της Γιάλης

Δεκαπέντε παραλιακά χιλιόμετρα από τη Χώρα βρίσκεται ο Όρμος της Αιγιάλης, η Γιάλη των ντόπιων, και ο ομώνυμος οικισμός.
Λίγο πριν μπείτε στη Γιάλη, ο δρόμος οδηγεί προς τον Άνω Ποταμό (100 μ. υψ.), ένα χωριό χτισμένο στις πλαγιές της Σελλάδας (597 μ. υψ.), με ζηλευτά παλιά μονόπατα, δίπατα σπίτια, ασβεστωμένες αυλές, και όμορφη αρχιτεκτονική.
Αυτό όμως που θα σας εντυπωσιάσει είναι το πως εκτείνεται η θέα κάτω από το χωριό, δίνοντας στον επισκέπτη την εντύπωση πως βρίσκεται σ’ενα μοναδικό, φυσικά χτισμένο μπαλκόνι που αιωρείται πάνω από το τοπίο.
Από εκεί μπορείτε να θαυμάσετε τις αμμώδεις παραλίες τις περιοχής, η μεγαλύτερη εκ των οποίων διαγράφει ένα μεγάλο τόξο, μέχρι ψηλά στον ολόλευκο οικισμό Θολάρια.
Από τον Άνω Ποταμό, υπάρχει μονοπάτι (και δρόμος) που κατεβαίνει στον Κάτω Ποταμό, στην εκκλησία της Ανάληψης και από εκεί στον Όρμο.