chobe_hozoviotissaΗ κατανάλωση της ρακής είναι παραδοσιακή στην Αμοργό και στη Νάξο. Ασφαλώς έχει να κάνει με την κρητική καταγωγή των ντόπιων. Ειδικά στην ορεινή Νάξο παρασκευάζεται ακόμη ρακή με τον παραδοσιακό τρόπο. Για τη ρακή αξιοποιείται ό,τι απέμεινε από το τρυγοπάτημα των σταφυλιών μέσα στο λινό. Τα πατημένα σταφύλια έμπαιναν στο χαρανί, το ειδικό σκεύος. Το σκεύος μπαίνει πάνω στην φωτιά και το περιεχόμενο αρχίζει να βράζει. Καθώς οι ατμοί του οινοπνεύματος περνούν από την πούμα, ψύχονται και μαζεύουν το απόσταγμα σε μεγάλα πιθάρια. Όλη η διαδικασία γίνονταν ανάμεσα σε κεράσματα από κρασί, ρακιές, ψητά μυρωδάτα κυδώνια στη χόβολη της φωτιάς και ατελείωτα τραγούδια με την συνοδεία τσαμπούνας, τουμπακιού, βιολιού και λαγούτου. Κανονική γιορτή που κρατούσε όλη την ημέρα. Σήμερα η μεγαλύτερη ποσότητα ρακής που καταναλώνεται επιτοπίως εισάγεται από άλλα παραγωγικά μέρη.

Από τα αρχαία χρόνια οι κάτοικοι της Αμοργού και των μικρών Κυκλάδων έφτιαχναν ένα παραδοσιακό ποτό, που ονόμαζαν «Ψημένη Ρακή», για να κερνούν τους φιλοξενούμενούς τους, αλλά και τους καλεσμένους στους γάμους των παιδιών τους.

Η Αμοργός είναι ο μοναδικός τόπος που παράγει την ψημένη ρακή. Η ψημένη ρακή προσφέρεται άλλοτε σαν ορεκτικό και άλλοτε σαν χωνευτικό, συνήθως όμως σαν κέρασμα στις γιορτές και στις συνάξεις.

Η ψημένη ρακή είναι ενδιαφέρουσα, μέσα από την αρωματική αψάδα και τη σιροπιαστή γλύκα που αφήνει στον ουρανίσκο οδηγεί γρήγορα στο αναψοκοκκίνισμα και την ευθυμία. Το οινόπνευμα πολλαπλασιάζει την επίδρασή του καθώς συνδυάζεται με άφθονη γλυκόζη.

Πολλοί την μπερδεύουν με το ρακόμελο, η ψημένη ρακή όμως, αν και έχει παρόμοια υλικά, είναι ένα τελείως διαφορετικό ποτό. Αποτελεί ένα είδος τοπικού σπιτικού ποτού.

Προσφέρεται στο μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας και σε όλα τα σπίτια του νησιού.

Υλικά

1 κιλό ρακήrakomelo2

1 ποτήρι μέλι

½ ποτήρι ζάχαρη

2-3 Φλούδες κανέλα,

Γαρύφαλο  ή  1 κουτ. Γλυκού γλυκάνισο

Εκτέλεση

Βάζω την ρακή, το μέλι και τη ζάχαρη να πάρουν μια βράση σε μια κατσαρόλα. Σε ένα άλλο κατσαρολάκι βάζω ένα ποτήρι νερό,γαρύφαλο ή ένα κουταλάκι του γλυκού γλυκάνισο και τις φλούδες κανέλα και τα βράζω για αρκετή ώρα. Σουρώνω τα μυρωδικά και το προσθέτω στη ρακή αφήνοντας να πάρει μία βράση. Μερικοί προσθέτουν κι ένα ποτηράκι κονιάκ. Όταν κρυώσει, τη βάζω σε μπουκάλι και σε κάθε μπουκάλι βάζω λίγη κανέλα σε φλούδα.

Τσίπουρο ή ρακί (το). Στην Κρήτη ονομάζεται τσικουδιά ή ρακή (η).

Ένα παραδοσιακό ποτό της Ελληνικής υπαίθρου. Για αιώνες, αποτελούσε το δευτερεύον προϊόν της αμπελοκαλλιέργειας και της οικιακής παραγωγής κρασιού, που ήταν διαδεδομένη σε όλη την επικράτεια. Είναι αυτό που θα λέγαμε ο ‘’φτωχός αδελφός του κρασιού’’ και ήταν πάντα συνυφασμένο με την ζωή του μέσου Έλληνα . Στην πορεία του μέσα στο χρόνο, συντροφεύει τον άνθρωπο της υπαίθρου στις καθημερινές του στιγμές. Πρωταγωνιστεί στις στιγμές της παρέας γύρω από το τραπέζι των μεζέδων . Συνοδεύει τις μικρές και μεγάλες  χαρές αλλά και τις λύπες. Γίνεται σήμα κατατεθέν της φιλοξενίας και της πιο χαρακτηριστικής Ελληνικής της έκφρασης, του κεράσματος.

Η πρώτη αναφορά σε απόσταγμα στέμφυλων γίνεται στην Αρχαία Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Ελληνιστικών χρονών, όπου γίνεται λόγος για ένα ποτό, το «τρίμμα» το οποίο παρασκευαζόταν από το βράσιμο ( απόσταξη) φλοιών σταφυλιού.
Η τέχνη της απόσταξης όμως αναπτύσσεται, κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, στις μονές του Αγίου Όρους, στη χερσόνησο του Άθω.
Και είναι οι μοναχοί του Αγίου Όρους, που μυούν τους μοναχούς των Μετεώρων στα μυστικά της απόσταξης.
Βέβαια, η αμπελοκαλλιέργεια στην περιοχή των Μετεώρων  μαρτυρείται από τη Νεολιθική Εποχή. Αρχαιολογικές ανασκαφές, στο προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας, έφεραν στο φως, ανάμεσα στα άλλα, κουκούτσια σταφυλιού.
Ως τον 15ο αιώνα η τέχνη της απόσταξης του τσίπουρου ταξιδεύει και στις γύρω περιοχές. Στην Ήπειρο, τη Μακεδονία, την υπόλοιπη Θεσσαλία, αλλά και στην Κρήτη καθώς και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας.

Για πολλούς αιώνες το τσίπουρο παραγόταν ερασιτεχνικά από τους χωρικούς, ως ένα μέσο αξιοποίησης των στέμφυλων, τα οποία διαφορετικά θα απορρίπτονταν.
Η κατανάλωσή  του γινόταν κυρίως από τα  ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.
Βλέπετε ο ‘’φτωχός αδελφός του κρασιού’’ ταίριαζε περισσότερο στους ‘’φτωχούς συγγενείς’’ της ελληνικής κοινωνίας.
Η παραγωγή του γίνονταν σε μικρούς χάλκινους άμβυκες, παλαιάς τεχνολογίας, σχεδόν ανεξέλεγκτα και κάτω από υποτυπώδεις συνθήκες υγιεινής.
Επιτρεπόταν μικρή εμπορία μέσα στο νομό παραγωγής του και στους όμορους νομούς, πάντα σε χύμα μορφή, αφού κάθε είδους τυποποίηση ήταν απαγορευμένη.
Ο λόγος;  Ό νομοθέτης της εποχής  ήθελε να ενισχύσει το εισόδημα των αγροτών και των κατοίκων των παραμεθόριων περιοχών , ώστε να παραμείνουν στις εστίες τους.

Το 1883, το επίσημο Ελληνικό κράτος θεσπίζει τον πρώτο νόμο για την φορολόγηση της αλκοόλης και το 1896 δίνονται οι πρώτες επίσημες άδειες για την παραγωγή αποστάγματος στέμφυλων.
Το 1989, με την αντίστοιχη θέσπιση της Εθνικής και Ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τα αποστάγματα (Ν. 1802/1988 και Καν. 1576/1989), επιτρέπεται η παραγωγή και εμφιάλωση τσίπουρου από επίσημες αποσταγματοποιίες.
Η παραπάνω νομοθετική μετατροπή σήμανε και την τεράστια στροφή στην ποιοτική εξέλιξη του τσίπουρου. Συνέβαλε καθοριστικά  στην ανάπτυξη «αποστακτικής» κουλτούρας και στην άνθιση της βιομηχανικής παραγωγής του.
Όλα τα παραπάνω άλλαξαν θεαματικά το προφίλ του ποτού, το οποίο σήμερα θεωρείται ισάξιο των υπόλοιπων διεθνών αποσταγμάτων.
Με την τελευταία δε  αναθεώρηση του κανονισμού για τα αλκοολούχα στην Ε.Ε. το τσίπουρο κατοχυρώθηκε σαν προϊόν αποκλειστικά Ελληνικό.
Βλέπετε το τσίπουρο μοιάζει με τη χώρα που το γέννησε… γι’ αυτό ξέρει να αντέχει στο χρόνο …να αλλάζει …να προσαρμόζεται… χωρίς όμως να χάνει ποτέ τον καθαρό, αυθεντικό του χαρακτήρα…